しとしと

επίρρημα, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία σιγανός (για βροχή), ψιλόβροχος
  2. 02 ονοματοποιία υγρός, νοτισμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
しとしとする
Παρόν (ευγενικό)
しとしとします
Άρνηση (απλή)
しとしとしない
Άρνηση (ευγενική)
しとしとしません
Παρελθόν (απλό)
しとしとした
Παρελθόν (ευγενικό)
しとしとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しとしとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しとしとしませんでした
Τε-μορφή
しとしとして
Δυνητική
しとしとできる
Προστακτική
しとしとしろ
Βουλητική
しとしとしよう
Υποθετική (ば)
しとしとすれば