しな垂れかかる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα γέρνω νωχελικά πάνω σε κάποιον, χουζουρεύω, κουρνιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しな垂れかかる
- Παρόν (ευγενικό)
- しな垂れかかります
- Άρνηση (απλή)
- しな垂れかからない
- Άρνηση (ευγενική)
- しな垂れかかりません
- Παρελθόν (απλό)
- しな垂れかかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しな垂れかかりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しな垂れかからなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しな垂れかかりませんでした
- Τε-μορφή
- しな垂れかかって
- Δυνητική
- しな垂れかかれる
- Προστακτική
- しな垂れかかれ
- Βουλητική
- しな垂れかかろう
- Υποθετική (ば)
- しな垂れかかれば
- Υποθετική (たら)
- しな垂れかかったら
- Επιθυμητική (~たい)
- しな垂れかかりたい
- Απαγορευτική (~な)
- しな垂れかかるな
- Προστακτική (ευγενική)
- しな垂れかかりなさい
- Παθητική
- しな垂れかかられる
- Αιτιατική
- しな垂れかからせる