しばく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χτυπώ (με ραβδί, μαστίγιο, κ.λπ.)
  2. 02 δέρνω, γρονθοκοπώ, κλωτσώ, ξυλοκοπώ
  3. 03 αργκό πηγαίνω (σε ένα μέρος για φαγητό, ποτό, κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
しばく
Παρόν (ευγενικό)
しばきます
Άρνηση (απλή)
しばかない
Άρνηση (ευγενική)
しばきません
Παρελθόν (απλό)
しばいた
Παρελθόν (ευγενικό)
しばきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しばかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しばきませんでした
Τε-μορφή
しばいて
Δυνητική
しばける
Προστακτική
しばけ
Βουλητική
しばこう
Υποθετική (ば)
しばけば