しみったれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τσιγκουνεύομαι, είμαι φιλάργυρος
  2. 02 φαίνομαι απεριποίητος, δείχνω αξιολύπητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
しみったれる
Παρόν (ευγενικό)
しみったれます
Άρνηση (απλή)
しみったれない
Άρνηση (ευγενική)
しみったれません
Παρελθόν (απλό)
しみったれた
Παρελθόν (ευγενικό)
しみったれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しみったれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しみったれませんでした
Τε-μορφή
しみったれて
Δυνητική
しみったれられる
Προστακτική
しみったれろ
Βουλητική
しみったれよう
Υποθετική (ば)
しみったれれば