しめる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίσημο βοηθητικό ρήμα που δηλώνει αιτιατική φωνή
  2. 02 επίσημο βοηθητικό ρήμα που δηλώνει επιτρεπτική φωνή
  3. 03 τιμητικό επίσημο βοηθητικό ρήμα που ενισχύει την τιμητική σημασία

Παραδείγματα

  • せてしめる

    Θα σου δείξω.

  • わたしかれほんませしめる

    Τον άφησα να διαβάσει το βιβλίο.

  • 先生せんせい生徒せいと発表はっぴょうさせしめるのは、かれらの自信じしんはぐく方法ほうほうです。

    Το να αφήνει ο δάσκαλος τους μαθητές να κάνουν παρουσιάσεις είναι ένας καλός τρόπος να χτίσουν την αυτοπεποίθησή τους.

Κλίση

Παρόν (απλό)
しめる
Παρόν (ευγενικό)
しめます
Άρνηση (απλή)
しめない
Άρνηση (ευγενική)
しめません
Παρελθόν (απλό)
しめた
Παρελθόν (ευγενικό)
しめました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しめなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しめませんでした
Τε-μορφή
しめて
Δυνητική
しめられる
Προστακτική
しめろ
Βουλητική
しめよう
Υποθετική (ば)
しめれば