しゃあしゃあ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αναίσχυντα, ξεδιάντροπα, ψύχραιμα
- 02 ορμητικά (για τρεχούμενο νερό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しゃあしゃあする
- Παρόν (ευγενικό)
- しゃあしゃあします
- Άρνηση (απλή)
- しゃあしゃあしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しゃあしゃあしません
- Παρελθόν (απλό)
- しゃあしゃあした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しゃあしゃあしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しゃあしゃあしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しゃあしゃあしませんでした
- Τε-μορφή
- しゃあしゃあして
- Δυνητική
- しゃあしゃあできる
- Προστακτική
- しゃあしゃあしろ
- Βουλητική
- しゃあしゃあしよう
- Υποθετική (ば)
- しゃあしゃあすれば
- Υποθετική (たら)
- しゃあしゃあしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しゃあしゃあしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しゃあしゃあするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しゃあしゃあしなさい
- Παθητική
- しゃあしゃあされる
- Αιτιατική
- しゃあしゃあさせる