しゃきしゃき

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τραγανός, δροσερός, ακριβής, κοφτός, σβέλτος

Κλίση

Παρόν (απλό)
しゃきしゃきする
Παρόν (ευγενικό)
しゃきしゃきします
Άρνηση (απλή)
しゃきしゃきしない
Άρνηση (ευγενική)
しゃきしゃきしません
Παρελθόν (απλό)
しゃきしゃきした
Παρελθόν (ευγενικό)
しゃきしゃきしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しゃきしゃきしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しゃきしゃきしませんでした
Τε-μορφή
しゃきしゃきして
Δυνητική
しゃきしゃきできる
Προστακτική
しゃきしゃきしろ
Βουλητική
しゃきしゃきしよう
Υποθετική (ば)
しゃきしゃきすれば