しゃっきり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία τραγανός, με κριτσανιστό τρόπο
- 02 ονοματοποιία αναζωογονητικά, κοφτά, ζωηρά
- 03 ονοματοποιία ίσιος (για το κάθισμα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しゃっきりする
- Παρόν (ευγενικό)
- しゃっきりします
- Άρνηση (απλή)
- しゃっきりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しゃっきりしません
- Παρελθόν (απλό)
- しゃっきりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しゃっきりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しゃっきりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しゃっきりしませんでした
- Τε-μορφή
- しゃっきりして
- Δυνητική
- しゃっきりできる
- Προστακτική
- しゃっきりしろ
- Βουλητική
- しゃっきりしよう
- Υποθετική (ば)
- しゃっきりすれば
- Υποθετική (たら)
- しゃっきりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しゃっきりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しゃっきりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しゃっきりしなさい
- Παθητική
- しゃっきりされる
- Αιτιατική
- しゃっきりさせる