しゃなりしゃなり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία με χάρη, επιτηδευμένα, με βήματα μικρά και νωχελικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
しゃなりしゃなりする
Παρόν (ευγενικό)
しゃなりしゃなりします
Άρνηση (απλή)
しゃなりしゃなりしない
Άρνηση (ευγενική)
しゃなりしゃなりしません
Παρελθόν (απλό)
しゃなりしゃなりした
Παρελθόν (ευγενικό)
しゃなりしゃなりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しゃなりしゃなりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しゃなりしゃなりしませんでした
Τε-μορφή
しゃなりしゃなりして
Δυνητική
しゃなりしゃなりできる
Προστακτική
しゃなりしゃなりしろ
Βουλητική
しゃなりしゃなりしよう
Υποθετική (ば)
しゃなりしゃなりすれば