しゃぶり付く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πιπιλάω, γαντζώνομαι, μασουλάω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しゃぶり付く
- Παρόν (ευγενικό)
- しゃぶり付きます
- Άρνηση (απλή)
- しゃぶり付かない
- Άρνηση (ευγενική)
- しゃぶり付きません
- Παρελθόν (απλό)
- しゃぶり付いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しゃぶり付きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しゃぶり付かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しゃぶり付きませんでした
- Τε-μορφή
- しゃぶり付いて
- Δυνητική
- しゃぶり付ける
- Προστακτική
- しゃぶり付け
- Βουλητική
- しゃぶり付こう
- Υποθετική (ば)
- しゃぶり付けば
- Υποθετική (たら)
- しゃぶり付いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しゃぶり付きたい
- Απαγορευτική (~な)
- しゃぶり付くな
- Προστακτική (ευγενική)
- しゃぶり付きなさい
- Παθητική
- しゃぶり付かれる
- Αιτιατική
- しゃぶり付かせる