しゃりしゃり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ο ήχος που παράγεται από το τρίψιμο δύο σκληρών λεπτών αντικειμένων, ο ήχος του κριτς κριτς

Κλίση

Παρόν (απλό)
しゃりしゃりする
Παρόν (ευγενικό)
しゃりしゃりします
Άρνηση (απλή)
しゃりしゃりしない
Άρνηση (ευγενική)
しゃりしゃりしません
Παρελθόν (απλό)
しゃりしゃりした
Παρελθόν (ευγενικό)
しゃりしゃりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しゃりしゃりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しゃりしゃりしませんでした
Τε-μορφή
しゃりしゃりして
Δυνητική
しゃりしゃりできる
Προστακτική
しゃりしゃりしろ
Βουλητική
しゃりしゃりしよう
Υποθετική (ば)
しゃりしゃりすれば