しゃんしゃん
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία κουδούνισμα
- 02 ονοματοποιία ο ήχος από πολλά άτομα που χειροκροτούν μαζί
- 03 ονοματοποιία υγιής, ρωμαλέος, δραστήριος, ακμαίος και δυνατός, που φέρει εις πέρας αποτελεσματικά τη δουλειά του
- 04 ονοματοποιία επιτυχής ολοκλήρωση
- 05 αρχαϊκό ονοματοποιία βρασμός (του νερού)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しゃんしゃんする
- Παρόν (ευγενικό)
- しゃんしゃんします
- Άρνηση (απλή)
- しゃんしゃんしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しゃんしゃんしません
- Παρελθόν (απλό)
- しゃんしゃんした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しゃんしゃんしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しゃんしゃんしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しゃんしゃんしませんでした
- Τε-μορφή
- しゃんしゃんして
- Δυνητική
- しゃんしゃんできる
- Προστακτική
- しゃんしゃんしろ
- Βουλητική
- しゃんしゃんしよう
- Υποθετική (ば)
- しゃんしゃんすれば
- Υποθετική (たら)
- しゃんしゃんしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しゃんしゃんしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しゃんしゃんするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しゃんしゃんしなさい
- Παθητική
- しゃんしゃんされる
- Αιτιατική
- しゃんしゃんさせる