しょげ返る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αποθαρρύνομαι, κατηφιάζω, χάνω το κουράγιο μου, απογοητεύομαι, είμαι απογοητευμένος, είμαι εντελώς καταβεβλημένος, είμαι απελπισμένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しょげ返る
- Παρόν (ευγενικό)
- しょげ返ります
- Άρνηση (απλή)
- しょげ返らない
- Άρνηση (ευγενική)
- しょげ返りません
- Παρελθόν (απλό)
- しょげ返った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しょげ返りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しょげ返らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しょげ返りませんでした
- Τε-μορφή
- しょげ返って
- Δυνητική
- しょげ返れる
- Προστακτική
- しょげ返れ
- Βουλητική
- しょげ返ろう
- Υποθετική (ば)
- しょげ返れば
- Υποθετική (たら)
- しょげ返ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- しょげ返りたい
- Απαγορευτική (~な)
- しょげ返るな
- Προστακτική (ευγενική)
- しょげ返りなさい
- Παθητική
- しょげ返られる
- Αιτιατική
- しょげ返らせる