しょぼしょぼ
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ψιχαλίζω (για βροχή)
- 02 ονοματοποιία θαμπά, εξασθενημένα (για το ανοιγοκλείσιμο των ματιών)
- 03 ονοματοποιία κατηφώς, μελαγχολικά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しょぼしょぼする
- Παρόν (ευγενικό)
- しょぼしょぼします
- Άρνηση (απλή)
- しょぼしょぼしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しょぼしょぼしません
- Παρελθόν (απλό)
- しょぼしょぼした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しょぼしょぼしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しょぼしょぼしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しょぼしょぼしませんでした
- Τε-μορφή
- しょぼしょぼして
- Δυνητική
- しょぼしょぼできる
- Προστακτική
- しょぼしょぼしろ
- Βουλητική
- しょぼしょぼしよう
- Υποθετική (ば)
- しょぼしょぼすれば
- Υποθετική (たら)
- しょぼしょぼしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しょぼしょぼしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しょぼしょぼするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しょぼしょぼしなさい
- Παθητική
- しょぼしょぼされる
- Αιτιατική
- しょぼしょぼさせる