しんと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία νεκρικά σιωπηλός, απόλυτα ήσυχος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- しんとする
- Παρόν (ευγενικό)
- しんとします
- Άρνηση (απλή)
- しんとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- しんとしません
- Παρελθόν (απλό)
- しんとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- しんとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- しんとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- しんとしませんでした
- Τε-μορφή
- しんとして
- Δυνητική
- しんとできる
- Προστακτική
- しんとしろ
- Βουλητική
- しんとしよう
- Υποθετική (ば)
- しんとすれば
- Υποθετική (たら)
- しんとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- しんとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- しんとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- しんとしなさい
- Παθητική
- しんとされる
- Αιτιατική
- しんとさせる