しんみり

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ήσυχα, σιγανά, σοβαρά, οικεία, από καρδιάς
  2. 02 επίσημα, θλιμμένα

Κλίση

Παρόν (απλό)
しんみりする
Παρόν (ευγενικό)
しんみりします
Άρνηση (απλή)
しんみりしない
Άρνηση (ευγενική)
しんみりしません
Παρελθόν (απλό)
しんみりした
Παρελθόν (ευγενικό)
しんみりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
しんみりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
しんみりしませんでした
Τε-μορφή
しんみりして
Δυνητική
しんみりできる
Προστακτική
しんみりしろ
Βουλητική
しんみりしよう
Υποθετική (ば)
しんみりすれば