ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αρχίζω να κάνω κάτι, ξεκινώ να κάνω κάτι
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα ετοιμάζω και παραδίδω φαγητό, παρέχω υπηρεσίες εστίασης

Κλίση

Παρόν (απλό)
し出す
Παρόν (ευγενικό)
し出します
Άρνηση (απλή)
し出さない
Άρνηση (ευγενική)
し出しません
Παρελθόν (απλό)
し出した
Παρελθόν (ευγενικό)
し出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
し出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
し出しませんでした
Τε-μορφή
し出して
Δυνητική
し出せる
Προστακτική
し出せ
Βουλητική
し出そう
Υποθετική (ば)
し出せば