し合う
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω μαζί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- し合う
- Παρόν (ευγενικό)
- し合います
- Άρνηση (απλή)
- し合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- し合いません
- Παρελθόν (απλό)
- し合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- し合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- し合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- し合いませんでした
- Τε-μορφή
- し合って
- Δυνητική
- し合える
- Προστακτική
- し合え
- Βουλητική
- し合おう
- Υποθετική (ば)
- し合えば
- Υποθετική (たら)
- し合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- し合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- し合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- し合いなさい
- Παθητική
- し合われる
- Αιτιατική
- し合わせる