し尽くす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 εξαντλώ κάθε προσπάθεια, κάνω το παν, τα δίνω όλα
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- し尽くす
- Παρόν (ευγενικό)
- し尽くします
- Άρνηση (απλή)
- し尽くさない
- Άρνηση (ευγενική)
- し尽くしません
- Παρελθόν (απλό)
- し尽くした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- し尽くしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- し尽くさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- し尽くしませんでした
- Τε-μορφή
- し尽くして
- Δυνητική
- し尽くせる
- Προστακτική
- し尽くせ
- Βουλητική
- し尽くそう
- Υποθετική (ば)
- し尽くせば
- Υποθετική (たら)
- し尽くしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- し尽くしたい
- Απαγορευτική (~な)
- し尽くすな
- Προστακτική (ευγενική)
- し尽くしなさい
- Παθητική
- し尽くされる
- Αιτιατική
- し尽くさせる