し易い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα εύκολος στο να γίνει
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα επιρρεπής στο να κάνει κάτι, εκτεθειμένος στο να συμβεί κάτι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- し易い
- Παρόν (ευγενικό)
- し易いです
- Άρνηση (απλή)
- し易くない
- Άρνηση (ευγενική)
- し易くないです
- Παρελθόν (απλό)
- し易かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- し易かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- し易くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- し易くなかったです
- Τε-μορφή
- し易くて
- Υποθετική (ば)
- し易ければ
- Υποθετική (たら)
- し易かったら