じくじく

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία υγρά, διαβρεγμένος, μουσκεμένος

Κλίση

Παρόν (απλό)
じくじくする
Παρόν (ευγενικό)
じくじくします
Άρνηση (απλή)
じくじくしない
Άρνηση (ευγενική)
じくじくしません
Παρελθόν (απλό)
じくじくした
Παρελθόν (ευγενικό)
じくじくしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
じくじくしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
じくじくしませんでした
Τε-μορφή
じくじくして
Δυνητική
じくじくできる
Προστακτική
じくじくしろ
Βουλητική
じくじくしよう
Υποθετική (ば)
じくじくすれば