じたじた
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία υποχωρητικός, οπισθοχωρητικός, καταβεβλημένος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- じたじたする
- Παρόν (ευγενικό)
- じたじたします
- Άρνηση (απλή)
- じたじたしない
- Άρνηση (ευγενική)
- じたじたしません
- Παρελθόν (απλό)
- じたじたした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- じたじたしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- じたじたしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- じたじたしませんでした
- Τε-μορφή
- じたじたして
- Δυνητική
- じたじたできる
- Προστακτική
- じたじたしろ
- Βουλητική
- じたじたしよう
- Υποθετική (ば)
- じたじたすれば
- Υποθετική (たら)
- じたじたしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- じたじたしたい
- Απαγορευτική (~な)
- じたじたするな
- Προστακτική (ευγενική)
- じたじたしなさい
- Παθητική
- じたじたされる
- Αιτιατική
- じたじたさせる