じゃぶじゃぶ
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία πιτσιλώντας (νερό), πλατσουρίζοντας
- 02 ονοματοποιία έντονα, γενναιόδωρα (π.χ. ρίχνοντας σάλτσα), άφθονα
- 03 ονοματοποιία σε μεγάλο βαθμό (ξοδεύοντας ή βγάζοντας χρήματα)
επίρρημα | Μετάφραση από JMdict