じゃれ付つく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυλίγομαι γύρω από κάποιον (για παιδί ή ζώο), προσκολλώμαι (συνήθως από παιχνιδιάρικη διάθεση ή στοργή), γαντζώνομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
じゃれ付く
Παρόν (ευγενικό)
じゃれ付きます
Άρνηση (απλή)
じゃれ付かない
Άρνηση (ευγενική)
じゃれ付きません
Παρελθόν (απλό)
じゃれ付いた
Παρελθόν (ευγενικό)
じゃれ付きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
じゃれ付かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
じゃれ付きませんでした
Τε-μορφή
じゃれ付いて
Δυνητική
じゃれ付ける
Προστακτική
じゃれ付け
Βουλητική
じゃれ付こう
Υποθετική (ば)
じゃれ付けば