じゃれ付く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τυλίγομαι γύρω από κάποιον (για παιδί ή ζώο), προσκολλώμαι (συνήθως από παιχνιδιάρικη διάθεση ή στοργή), γαντζώνομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- じゃれ付く
- Παρόν (ευγενικό)
- じゃれ付きます
- Άρνηση (απλή)
- じゃれ付かない
- Άρνηση (ευγενική)
- じゃれ付きません
- Παρελθόν (απλό)
- じゃれ付いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- じゃれ付きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- じゃれ付かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- じゃれ付きませんでした
- Τε-μορφή
- じゃれ付いて
- Δυνητική
- じゃれ付ける
- Προστακτική
- じゃれ付け
- Βουλητική
- じゃれ付こう
- Υποθετική (ば)
- じゃれ付けば
- Υποθετική (たら)
- じゃれ付いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- じゃれ付きたい
- Απαγορευτική (~な)
- じゃれ付くな
- Προστακτική (ευγενική)
- じゃれ付きなさい
- Παθητική
- じゃれ付かれる
- Αιτιατική
- じゃれ付かせる