じりじり
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία σιγά-σιγά, σταδιακά, βαθμηδόν
- 02 ονοματοποιία με εκνευρισμό, με ανυπομονησία
- 03 ονοματοποιία καυτά, με δριμύτητα (για τον ήλιο)
- 04 ονοματοποιία τσιτσιριστά (για τον ήχο του τηγανίσματος στο λάδι)
- 05 ονοματοποιία κουδουνιστά (για τον ήχο προειδοποιητικού κουδουνιού, ξυπνητηριού κ.λπ.)
- 06 ονοματοποιία αναβλύζοντας, εκκρίνοντας (λάδι, ιδρώτα κ.λπ.)
Παραδείγματα
-
日がじりじりと照ります。
Ο ήλιος καίει δυνατά.
-
暑い日差しがじりじりと肌を焼きます。
Οι καυτές ακτίνες του ήλιου καίνε το δέρμα.
-
容赦ない夏の太陽がじりじりとアスファルトを熱し、蜃気楼が揺らめいていた。
Ο ανελέητος καλοκαιρινός ήλιος ζέσταινε την άσφαλτο, και οι αντικατοπτρισμοί τρεμόπαιζαν.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- じりじりする
- Παρόν (ευγενικό)
- じりじりします
- Άρνηση (απλή)
- じりじりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- じりじりしません
- Παρελθόν (απλό)
- じりじりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- じりじりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- じりじりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- じりじりしませんでした
- Τε-μορφή
- じりじりして
- Δυνητική
- じりじりできる
- Προστακτική
- じりじりしろ
- Βουλητική
- じりじりしよう
- Υποθετική (ば)
- じりじりすれば
- Υποθετική (たら)
- じりじりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- じりじりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- じりじりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- じりじりしなさい
- Παθητική
- じりじりされる
- Αιτιατική
- じりじりさせる