じわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαδικτυακή αργκό συντομογραφία αρχίζω να συμπαθώ κάτι που αρχικά δεν μου άρεσε, γίνομαι σταδιακά λάτρης κάποιου πράγματος, αρχίζω να συνηθίζω κάτι και να το εκτιμώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
じわる
Παρόν (ευγενικό)
じわります
Άρνηση (απλή)
じわらない
Άρνηση (ευγενική)
じわりません
Παρελθόν (απλό)
じわった
Παρελθόν (ευγενικό)
じわりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
じわらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
じわりませんでした
Τε-μορφή
じわって
Δυνητική
じわれる
Προστακτική
じわれ
Βουλητική
じわろう
Υποθετική (ば)
じわれば