すうすう

επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ο ήχος του ανέμου που περνά μέσα από χαραμάδα, συριγμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
すうすうする
Παρόν (ευγενικό)
すうすうします
Άρνηση (απλή)
すうすうしない
Άρνηση (ευγενική)
すうすうしません
Παρελθόν (απλό)
すうすうした
Παρελθόν (ευγενικό)
すうすうしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すうすうしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すうすうしませんでした
Τε-μορφή
すうすうして
Δυνητική
すうすうできる
Προστακτική
すうすうしろ
Βουλητική
すうすうしよう
Υποθετική (ば)
すうすうすれば