すくいげる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σκουπίζω, μαζεύω με κουτάλα ή παρόμοιο εργαλείο

Κλίση

Παρόν (απλό)
すくい上げる
Παρόν (ευγενικό)
すくい上げます
Άρνηση (απλή)
すくい上げない
Άρνηση (ευγενική)
すくい上げません
Παρελθόν (απλό)
すくい上げた
Παρελθόν (ευγενικό)
すくい上げました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すくい上げなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すくい上げませんでした
Τε-μορφή
すくい上げて
Δυνητική
すくい上げられる
Προστακτική
すくい上げろ
Βουλητική
すくい上げよう
Υποθετική (ば)
すくい上げれば