すくい出だす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδειάζω (π.χ. νερό από βάρκα), κουβαλώ με κουτάλα

Κλίση

Παρόν (απλό)
すくい出す
Παρόν (ευγενικό)
すくい出します
Άρνηση (απλή)
すくい出さない
Άρνηση (ευγενική)
すくい出しません
Παρελθόν (απλό)
すくい出した
Παρελθόν (ευγενικό)
すくい出しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すくい出さなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すくい出しませんでした
Τε-μορφή
すくい出して
Δυνητική
すくい出せる
Προστακτική
すくい出せ
Βουλητική
すくい出そう
Υποθετική (ば)
すくい出せば