すげえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικαθιστώ, αναπληρώνω
  2. 02 αντικαθιστώ προσωπικό, αντικαθιστώ ένα άτομο με ένα άλλο

Κλίση

Παρόν (απλό)
すげ替える
Παρόν (ευγενικό)
すげ替えます
Άρνηση (απλή)
すげ替えない
Άρνηση (ευγενική)
すげ替えません
Παρελθόν (απλό)
すげ替えた
Παρελθόν (ευγενικό)
すげ替えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すげ替えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すげ替えませんでした
Τε-μορφή
すげ替えて
Δυνητική
すげ替えられる
Προστακτική
すげ替えろ
Βουλητική
すげ替えよう
Υποθετική (ば)
すげ替えれば