すっかり

επίρρημα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία τελείως, εντελώς, ολότελα, απόλυτα

Παραδείγματα

  • わたし日本語にほんごすっかりわすれました。

    Ξέχασα εντελώς τα ιαπωνικά.

  • かれ徹夜てつや仕事しごとをして、今朝けさすっかり疲つかれていました。

    Εργάστηκε όλη νύχτα και σήμερα το πρωί ήταν εντελώς εξαντλημένος.

  • 長年ながねん努力どりょくみのり、かれ才能さいのう業界ぎょうかいすっかりみとめられるようになりました。

    Οι πολυετείς του προσπάθειες απέδωσαν καρπούς και το ταλέντο του αναγνωρίστηκε πλήρως στη βιομηχανία.