すっきり

επίρρημα, ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία αναζωογονητικά, με αίσθηση ανακούφισης, ευχάριστα, σαν να έφυγε βάρος από πάνω μου
  2. 02 καλλίγραμμος, κομψός, εκλεπτυσμένος
  3. 03 καθαρά, χωρίς προβλήματα
  4. 04 καθαρά, απλά, ξεκάθαρα
  5. 05 πλήρως, ολοκληρωτικά
  6. 06 καθόλου (σε αρνητική πρόταση), ούτε στο ελάχιστο

Παραδείγματα

  • シャワーをびて、すっきりしました

    Έκανα ένα ντους και ανακουφίστηκα.

  • ながあいだなやんでいた問題もんだい解決かいけつして、気持きもちがすっきりした

    Το πρόβλημα που με απασχολούσε για καιρό επιλύθηκε και νιώθω πολύ καλύτερα τώρα.

  • 彼女かのじょはいつもすっきりとした服装ふくそうをしていて、とても上品じょうひん印象いんしょうあたえるので、見習みならいたいとおもっている。

    Εκείνη ντύνεται πάντα πολύ κομψά και μου δίνει μια πολύ εκλεπτυσμένη εντύπωση, οπότε θα ήθελα να την έχω ως παράδειγμα.

Κλίση

Παρόν (απλό)
すっきりする
Παρόν (ευγενικό)
すっきりします
Άρνηση (απλή)
すっきりしない
Άρνηση (ευγενική)
すっきりしません
Παρελθόν (απλό)
すっきりした
Παρελθόν (ευγενικό)
すっきりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すっきりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すっきりしませんでした
Τε-μορφή
すっきりして
Δυνητική
すっきりできる
Προστακτική
すっきりしろ
Βουλητική
すっきりしよう
Υποθετική (ば)
すっきりすれば