すっと

επίρρημα, ρήμα | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία ευθεία, γρήγορα, άμεσα, ξαφνικά
  2. 02 ονοματοποιία ήσυχα, απαλά, μαλακά
  3. 03 αισθάνομαι ανανεωμένος, αισθάνομαι ικανοποιημένος

Παραδείγματα

  • ドアがすっとひらきました。

    Η πόρτα άνοιξε αμέσως.

  • そのニュースをいて、むねすっとしました

    Ακούγοντας αυτά τα νέα, ένιωσα ανακούφιση.

  • あさたい空気くうきからだなかすっとはいんで、気分きぶんまりました。

    Ο κρύος πρωινός αέρας μπήκε απαλά στο σώμα μου και ένιωσα αναζωογονημένος.

Κλίση

Παρόν (απλό)
すっとする
Παρόν (ευγενικό)
すっとします
Άρνηση (απλή)
すっとしない
Άρνηση (ευγενική)
すっとしません
Παρελθόν (απλό)
すっとした
Παρελθόν (ευγενικό)
すっとしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すっとしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すっとしませんでした
Τε-μορφή
すっとして
Δυνητική
すっとできる
Προστακτική
すっとしろ
Βουλητική
すっとしよう
Υποθετική (ば)
すっとすれば