すっぽかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη αμελώ, παραμελώ (καθήκον, εργασία), αθετώ (υπόσχεση, ραντεβού), στήνω (κάποιον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
すっぽかす
Παρόν (ευγενικό)
すっぽかします
Άρνηση (απλή)
すっぽかさない
Άρνηση (ευγενική)
すっぽかしません
Παρελθόν (απλό)
すっぽかした
Παρελθόν (ευγενικό)
すっぽかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すっぽかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すっぽかしませんでした
Τε-μορφή
すっぽかして
Δυνητική
すっぽかせる
Προστακτική
すっぽかせ
Βουλητική
すっぽかそう
Υποθετική (ば)
すっぽかせば