すっばす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέχω με μεγάλη ταχύτητα, διατρέχω με ορμή
  2. 02 προσπερνώ, παραλείπω (π.χ. σελίδες)

Κλίση

Παρόν (απλό)
すっ飛ばす
Παρόν (ευγενικό)
すっ飛ばします
Άρνηση (απλή)
すっ飛ばさない
Άρνηση (ευγενική)
すっ飛ばしません
Παρελθόν (απλό)
すっ飛ばした
Παρελθόν (ευγενικό)
すっ飛ばしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すっ飛ばさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すっ飛ばしませんでした
Τε-μορφή
すっ飛ばして
Δυνητική
すっ飛ばせる
Προστακτική
すっ飛ばせ
Βουλητική
すっ飛ばそう
Υποθετική (ば)
すっ飛ばせば