すぽっと

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ονοματοποιία εφαρμοστά (σε τρύπα, δοχείο κ.λπ.), σφιχτά (εφαρμογή, κάλυψη), σταθερά
  2. 02 ονοματοποιία με έναν ήχο 'ποπ' (δηλ. τον ήχο που κάνει ένας φελλός κ.λπ. όταν βγαίνει από μια τρύπα με μια κίνηση), με έναν ήχο σαν γδούπο, (πέφτω) κατευθείαν