すらっと
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία λιγνός, λεπτός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- すらっとする
- Παρόν (ευγενικό)
- すらっとします
- Άρνηση (απλή)
- すらっとしない
- Άρνηση (ευγενική)
- すらっとしません
- Παρελθόν (απλό)
- すらっとした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- すらっとしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- すらっとしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- すらっとしませんでした
- Τε-μορφή
- すらっとして
- Δυνητική
- すらっとできる
- Προστακτική
- すらっとしろ
- Βουλητική
- すらっとしよう
- Υποθετική (ば)
- すらっとすれば
- Υποθετική (たら)
- すらっとしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- すらっとしたい
- Απαγορευτική (~な)
- すらっとするな
- Προστακτική (ευγενική)
- すらっとしなさい
- Παθητική
- すらっとされる
- Αιτιατική
- すらっとさせる