すりわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρίβω μεταξύ τους
  2. 02 συμφωνώ (ιδέες, προτάσεις, σχέδια), συγκρίνω και προσαρμόζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
すり合わせる
Παρόν (ευγενικό)
すり合わせます
Άρνηση (απλή)
すり合わせない
Άρνηση (ευγενική)
すり合わせません
Παρελθόν (απλό)
すり合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
すり合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すり合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すり合わせませんでした
Τε-μορφή
すり合わせて
Δυνητική
すり合わせられる
Προστακτική
すり合わせろ
Βουλητική
すり合わせよう
Υποθετική (ば)
すり合わせれば