すりせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πιέζω (το σώμα, το μάγουλο κ.λπ.) πάνω σε κάποιον ή κάτι, τρίβω πάνω σε κάποιον, χουχουλιάζω (το κεφάλι κ.λπ.) πάνω σε κάποιον

Κλίση

Παρόν (απλό)
すり寄せる
Παρόν (ευγενικό)
すり寄せます
Άρνηση (απλή)
すり寄せない
Άρνηση (ευγενική)
すり寄せません
Παρελθόν (απλό)
すり寄せた
Παρελθόν (ευγενικό)
すり寄せました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すり寄せなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すり寄せませんでした
Τε-μορφή
すり寄せて
Δυνητική
すり寄せられる
Προστακτική
すり寄せろ
Βουλητική
すり寄せよう
Υποθετική (ば)
すり寄せれば