すり抜ける
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γλιστρώ μέσα από (πλήθος), ελίσσομαι ανάμεσα (π.χ. στην κυκλοφορία), περνώ από μέσα, διασχίζω
- 02 παρακάμπτω, αποφεύγω (π.χ. τον νόμο), υπεκφεύγω
Παραδείγματα
-
人混みをすり抜ける。
Θα γλιστρήσω μέσα από το πλήθος.
-
狭い道を車が上手にすり抜けていった。
Το αυτοκίνητο πέρασε επιδέξια μέσα από το στενό δρόμο.
-
彼はいつも難しい質問を巧みにすり抜けて、本質に触れさせないようにする。
Αυτός πάντα αποφεύγει επιδέξια τις δύσκολες ερωτήσεις, φροντίζοντας να μην αγγίξει την ουσία.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- すり抜ける
- Παρόν (ευγενικό)
- すり抜けます
- Άρνηση (απλή)
- すり抜けない
- Άρνηση (ευγενική)
- すり抜けません
- Παρελθόν (απλό)
- すり抜けた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- すり抜けました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- すり抜けなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- すり抜けませんでした
- Τε-μορφή
- すり抜けて
- Δυνητική
- すり抜けられる
- Προστακτική
- すり抜けろ
- Βουλητική
- すり抜けよう
- Υποθετική (ば)
- すり抜ければ
- Υποθετική (たら)
- すり抜けたら
- Επιθυμητική (~たい)
- すり抜けたい
- Απαγορευτική (~な)
- すり抜けるな
- Προστακτική (ευγενική)
- すり抜けなさい
- Παθητική
- すり抜けられる
- Αιτιατική
- すり抜けさせる