すり

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρίβω για να απορροφηθεί (π.χ. κρέμα στο δέρμα)
  2. 02 αλέθω και αναμειγνύω (π.χ. πιπέρι στο μίσο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
すり込む
Παρόν (ευγενικό)
すり込みます
Άρνηση (απλή)
すり込まない
Άρνηση (ευγενική)
すり込みません
Παρελθόν (απλό)
すり込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
すり込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すり込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すり込みませんでした
Τε-μορφή
すり込んで
Δυνητική
すり込める
Προστακτική
すり込め
Βουλητική
すり込もう
Υποθετική (ば)
すり込めば