すれちが

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περνάω ο ένας δίπλα στον άλλον, διασταυρώνομαι, αγγίζω περνώντας
  2. 02 δεν συναντιέμαι, δεν καταφέρνω να συναντηθώ
  3. 03 διαφωνώ, συγκρούομαι, έρχομαι σε ρήξη, είμαι σε αντίθεση

Παραδείγματα

  • みちすれちがいました

    Διασταυρωθήκαμε στον δρόμο.

  • おな場所ばしょにいたのに、なぜかすれちがってばかりでした。

    Αν και ήμασταν στον ίδιο χώρο, συνέχεια χανόμασταν.

  • たがいの気持きもちがすこしずつすれちがってしまい、結局けっきょくわかれてしまったのは残念ざんねんだ。

    Είναι κρίμα που τα συναισθήματά τους δεν ευθυγραμμίστηκαν ποτέ, με αποτέλεσμα τελικά να χωρίσουν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
すれ違う
Παρόν (ευγενικό)
すれ違います
Άρνηση (απλή)
すれ違わない
Άρνηση (ευγενική)
すれ違いません
Παρελθόν (απλό)
すれ違った
Παρελθόν (ευγενικό)
すれ違いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
すれ違わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
すれ違いませんでした
Τε-μορφή
すれ違って
Δυνητική
すれ違える
Προστακτική
すれ違え
Βουλητική
すれ違おう
Υποθετική (ば)
すれ違えば