すんなり
επίρρημα, ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία λιγνός, λεπτός, εύλυτος, ελαστικός
- 02 ονοματοποιία ομαλά, αβίαστα, απρόσκοπτα, εύκολα, χωρίς αντίσταση, χωρίς διαφωνία
Παραδείγματα
-
その木は丈が高く、すんなりしています。
Αυτό το δέντρο είναι ψηλό και λεπτό.
-
試験に合格できたのは、彼が日頃から真面目に勉強していたからだと、すんなり納得できました。
Κατάλαβα αμέσως ότι πέρασε τις εξετάσεις επειδή διάβαζε επιμελώς όλο τον καιρό.
-
長年の懸案だった隣国との貿易協定が、双方の代表団の尽力により、予想に反してすんなりと合意に至りました。
Η εμπορική συμφωνία με τη γειτονική χώρα, που ήταν ένα μακροχρόνιο ζήτημα, επιτεύχθηκε απροσδόκητα ομαλά χάρη στις προσπάθειες των αντιπροσωπειών και των δύο πλευρών.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- すんなりする
- Παρόν (ευγενικό)
- すんなりします
- Άρνηση (απλή)
- すんなりしない
- Άρνηση (ευγενική)
- すんなりしません
- Παρελθόν (απλό)
- すんなりした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- すんなりしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- すんなりしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- すんなりしませんでした
- Τε-μορφή
- すんなりして
- Δυνητική
- すんなりできる
- Προστακτική
- すんなりしろ
- Βουλητική
- すんなりしよう
- Υποθετική (ば)
- すんなりすれば
- Υποθετική (たら)
- すんなりしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- すんなりしたい
- Απαγορευτική (~な)
- すんなりするな
- Προστακτική (ευγενική)
- すんなりしなさい
- Παθητική
- すんなりされる
- Αιτιατική
- すんなりさせる