ずっこける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πέφτω κάτω (π.χ. από καρέκλα), γλιστράω (π.χ. τα γυαλιά μου), κατεβαίνω
  2. 02 ρεζιλεύομαι, γελοιοποιούμαι
  3. 03 ξεφαντώνω, το ρίχνω έξω, αφήνομαι, αλητεύω

Κλίση

Παρόν (απλό)
ずっこける
Παρόν (ευγενικό)
ずっこけます
Άρνηση (απλή)
ずっこけない
Άρνηση (ευγενική)
ずっこけません
Παρελθόν (απλό)
ずっこけた
Παρελθόν (ευγενικό)
ずっこけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
ずっこけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
ずっこけませんでした
Τε-μορφή
ずっこけて
Δυνητική
ずっこけられる
Προστακτική
ずっこけろ
Βουλητική
ずっこけよう
Υποθετική (ば)
ずっこければ