ずる賢い
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 πανούργος, πονηρός, δόλιος, κατεργάρης
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- ずる賢い
- Παρόν (ευγενικό)
- ずる賢いです
- Άρνηση (απλή)
- ずる賢くない
- Άρνηση (ευγενική)
- ずる賢くないです
- Παρελθόν (απλό)
- ずる賢かった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- ずる賢かったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- ずる賢くなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- ずる賢くなかったです
- Τε-μορφή
- ずる賢くて
- Υποθετική (ば)
- ずる賢ければ
- Υποθετική (たら)
- ずる賢かったら