せかせか
επίρρημα, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ονοματοποιία ανήσυχα, βιαστικά, νευρικά, με συνεχή κίνηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- せかせかする
- Παρόν (ευγενικό)
- せかせかします
- Άρνηση (απλή)
- せかせかしない
- Άρνηση (ευγενική)
- せかせかしません
- Παρελθόν (απλό)
- せかせかした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- せかせかしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- せかせかしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- せかせかしませんでした
- Τε-μορφή
- せかせかして
- Δυνητική
- せかせかできる
- Προστακτική
- せかせかしろ
- Βουλητική
- せかせかしよう
- Υποθετική (ば)
- せかせかすれば
- Υποθετική (たら)
- せかせかしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- せかせかしたい
- Απαγορευτική (~な)
- せかせかするな
- Προστακτική (ευγενική)
- せかせかしなさい
- Παθητική
- せかせかされる
- Αιτιατική
- せかせかさせる