せきめる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φράζω, συγκρατώ, ανακόπτω, σταματώ, αναχαιτίζω
  2. 02 περιορίζω (μια δραστηριότητα), ανακόπτω (π.χ. την πρόοδο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
せき止める
Παρόν (ευγενικό)
せき止めます
Άρνηση (απλή)
せき止めない
Άρνηση (ευγενική)
せき止めません
Παρελθόν (απλό)
せき止めた
Παρελθόν (ευγενικό)
せき止めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
せき止めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
せき止めませんでした
Τε-μορφή
せき止めて
Δυνητική
せき止められる
Προστακτική
せき止めろ
Βουλητική
せき止めよう
Υποθετική (ば)
せき止めれば