せき

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταράζομαι, πανικοβάλλομαι, αναστατώνομαι, ανυπομονώ, βιάζομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
せき込む
Παρόν (ευγενικό)
せき込みます
Άρνηση (απλή)
せき込まない
Άρνηση (ευγενική)
せき込みません
Παρελθόν (απλό)
せき込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
せき込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
せき込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
せき込みませんでした
Τε-μορφή
せき込んで
Δυνητική
せき込める
Προστακτική
せき込め
Βουλητική
せき込もう
Υποθετική (ば)
せき込めば