せざるを得ない
άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν μπορώ να αποφύγω να κάνω, αναγκάζομαι να κάνω, νιώθω υποχρεωμένος να κάνω, οφείλω να κάνω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- せざるを得ない
- Παρόν (ευγενικό)
- せざるを得ないです
- Άρνηση (απλή)
- せざるを得なくない
- Άρνηση (ευγενική)
- せざるを得なくないです
- Παρελθόν (απλό)
- せざるを得なかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- せざるを得なかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- せざるを得なくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- せざるを得なくなかったです
- Τε-μορφή
- せざるを得なくて
- Υποθετική (ば)
- せざるを得なければ
- Υποθετική (たら)
- せざるを得なかったら