せびる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απαιτώ χρήματα, ζητιανεύω επίμονα, εκβιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- せびる
- Παρόν (ευγενικό)
- せびります
- Άρνηση (απλή)
- せびらない
- Άρνηση (ευγενική)
- せびりません
- Παρελθόν (απλό)
- せびった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- せびりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- せびらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- せびりませんでした
- Τε-μορφή
- せびって
- Δυνητική
- せびれる
- Προστακτική
- せびれ
- Βουλητική
- せびろう
- Υποθετική (ば)
- せびれば
- Υποθετική (たら)
- せびったら
- Επιθυμητική (~たい)
- せびりたい
- Απαγορευτική (~な)
- せびるな
- Προστακτική (ευγενική)
- せびりなさい
- Παθητική
- せびられる
- Αιτιατική
- せびらせる